Γλωσσάρι (X)

Χαβαλές (ο) Πλάκα, αστείο, πείραγμα
Χαβάνι (το) Μπρούτζινο γουδί
Χαβάς (ο) Επίμονη και πεισματάρικη συμπεριφορά (π.χ. εκεί, το χαβά του αυτός)
Χάβδα (επίρ.) Στάση του σώματος, περπάτημα με ανοιχτά σκέλη
Χαϊάτι (το) Χαγιάτι, υπόστεγο, στέγαστρο ανοιχτό
Χαϊβάνι (το) α.Μικρό και αθώο παιδί β.Αγαθός, άκακος, αφελής
Χαϊμαλί (το) Μικρή υφασματένια θήκη με φυλακτά κρεμασμένη στο λαιμό
Χαΐρι (το) Προκοπή, πρόοδος  Αχαΐρευτος (επ.) αυτός που δεν κάνει προκοπή, ο ανεπρόκοπος
Χαλέπιτο (το) Ερειπωμένο σπίτι
Χαλεύω (ρ.) Ζητώ, ψάχνω, γυρεύω
Χαλιάς (ο) Σωρός από μικρές πέτρες
Χαμάλης (ο) Αχθοφόρος
Χάμου (επίρ.) Κάτω
Χαμπέρι (το) Είδηση, νέο
Χαμχούιας (ο) Υποτιμητικός χαρακτηρισμός
Χανάς (ο) Βλάκας Μτφ. υποτιμητικός χαρακτηρισμός
Χαράμι (το) Τζάμπα, ανώφελα, μάταια (π.χ. χαράμι τρως το φαΐ)
Χαραμοφάης (ο) Αυτός που τρώει τζάμπα, ο ανεπρόκοπος
Χασμούσια (τα) Φαγώσιμα, κυρίως καραμελλοειδή που δίνονται σε παιδιά
Χατήλι (το) Το σημείο όπου ενώνεται η στέγη σπιτιού με τον τοίχο
Χάφτω (ρ.) α.Αρπάζω κάτι με το στόμα (π.χ. χάφτω μύγες) β.Πιστεύω κάτι χωρίς να το ελέγξω (π.χ. τόχαψες αυτό;)
Χαψιά (η) Μπουκιά
Χινόπωρο (το) Φθινόπωρο
Χλαπακιάζω (ρ.) Τρώω γρήγορα, λαίμαργα, με μεγάλες μπουκιές
Χλιάρι (το) Κουτάλι Χλιάρα (η) Κουτάλα Χλιαρολόγος (ο) Κουταλοθήκη Χλιαριά (η) Ποσότητα φαγητού ενός χλιαριού Χλιάρας (ο) Μπουνταλάς
Χλίψα (η) Γκρίνια
Χλωρασιά (η) Πρασινάδα  Χλωίζω (ρ.) Πρασινίζω
Χνέρι (το) Χουνέρι, πάθημα, προσβολή, ρεζιλίκι (π.χ. έπαθα μεγάλο χουνέρι)
Χόβολη (η) Κάρβουνα με στάχτη
Χολιάζω (ρ.) Πικραίνομαι, στεναχωριέμαι
Χούι (το) Συνήθεια  Χουϊλής (ο) Αυτός που έχει χούια
Χουϊάζω (ρ.) Φωνάζω δυνατά
Χούμα (το) Χώμα
Χούνη (η) Στενό μέρος ανάμεσα σε δύο λόφους ή βουνά
Χουσμέτι (το) Εξυπηρέτηση, βοήθεια, θέλημα
Χούφταλο (το) Άνθρωπος ανήμπορος, συνήθως γέροντας
Χουχουτάω (ρ.) Φωνάζω δυνατά και παρατεταμένα
Χράμι (το) Στρωσίδι, κιλίμι
Χτικιάζω (ρ.) Αρρωσταίνω από χτικιό (φυματίωση), υποφέρω πολύ Χτικιό (το) Βαριά αρρώστια, φυματίωση Χτικιάρης (ο) Άρρωστος από χτικιό
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων