Γλωσσάρι (K)

Κ’λουριάζω (ρ.) Κουλουριάζω, μαζεύω, κουβαριάζω
Κάδη (η) Ξύλινο βαρέλι μακρόστενο, ανοιχτό στην πάνω πλευρά
Καζάνας (ο) Καζανοκέφαλος, αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι
Καζανιά (η) Ποσότητα που χωράει σε ένα καζάνι
Καζαντάω και Καζαντίζω (ρ.) Αποκτώ πολλά χρήματα, περιουσία Καζαντιά (η) Ευτυχία
Καζάρμα (η) Ύψωμα κατάλληλο για φυλάκιο, καραούλι
Καθάργιος (επ.) Καθαρός, λευκός (π.χ. καθάργιο αλεύρι, το λευκό, το σιταρένιο, όχι το κίτρινο, το καλαμποκίσιο)
Καθάρσιο (το) Φάρμακο καθαρτικό κατά της δυσκοίλιας
Καθσιό (το) α.καθισιό, το χρονικό διάστημα που δεν εργάζεται κάποιος β.τεμπελιά (π.χ. όλο καθσιό είναι ο Χ, δεν δουλεύει καθόλου)
Καΐρης (ο) Τσιγκούνης
Κακάβι (το) Χάλκινο σκεύος για μαγείρεμα, κατσαρόλα
Κακαράντζα (η) Μικρός βόλος από τα κόπρανα αιγοπροβάτων
Κακαργιώμαι (ρ.) Βγάζω τη χαρακτηριστική φωνή της κότας Κακάρισμα (το) Η φωνή της κότας
Κακαρώνω (ρ.) Χάνω το ηθικό μου, σβήνω, πεθαίνω (π.χ. τα κακάρωσε) Κακάρωμα (το) Η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κακαρώνω
Κακιώνω (ρ.) Θυμώνω, γίνομαι κακός
Κακοπέφτω (ρ.) Δυστυχώ, κακοπερνώ
Κακορίζικος (επ.) Κακότυχος, κακόμοιρος Κακουριζγιά (η) Η ιδιότητα του κακορίζικου
Καλάι (το) Ο κασσίτερος
Καλαντζής (ο) Αυτός που ασχολείται με το καλάι (βλ. λ.), ο γανωματής που γανώνει τα χάλκινα κουζινικά σκεύη
Καλιάζω (ρ.) Τυχαίνω, πετυχαίνω, ταιριάζω (κάλιασε=έτυχε)
Καλιακούδα (η) Πουλί με μαύρα φτερά
Καλιγώνω (ρ.) Πεταλώνω Καλίγωμα (το) Πετάλωμα
Καλοσκαιράω και Καλοσκαιρίζω (ρ.) Δοκιμάζω για πρώτη φορά φέτος (π.χ. σήμερα καλοσκαίρισα καρπούζι)
Καλούδι (το) Δώρο, κυρίως φαγώσιμο, ζαχαρωτό. Πληθ. τα καλούδια
Κάλφας (ο) Βοηθός μάστορα (π.χ. κτίστη), μαθητευόμενος, τσιράκι Καλφούδι (το) Υποκοριστικό
Καμ’τσίκι (το) Καμουτσίκι, μαστίγιο με το οποίο χτυπούν τα ζώα για να προχωρήσουν
Καμώνω/Καμώνομαι (ρ.) α.Κάνω (π.χ. καμώνω=οργώνω το χωράφι τώρα που έβρεξε, γιατί πρώτα ήταν σκληρό και δεν καμώνονταν) β.προσποιούμαι (π.χ. καμώνομαι τον άρρωστο)
Καναβίδι (το) Χοντρός σπάγγος ή λεπτή τριχιά
Κανακεύω (ρ.) Νανουρίζω, χαϊδεύω
Κανίστρα (η) Πανέρι πλατύ και αβαθές πλεγμένο συνήθως από καλάμια
Κανούτα (η) Κατσίκα με σταχτοκίτρινο τρίχωμα
Καντάρι (το) Είδος ζυγαριάς χεριού με αριθμημένο μεταλλικό βραχίονα, όπου κινείται αντίβαρο και τσιγκέλι (λέξη τουρκική kantar)
Καντήλα (η) Φουσκάλα στο ανθρώπινο δέρμα (π.χ. γέμισε καντήλες το κορμί του παιδιού), μικρό ποτήρι με λάδι και φυτίλι που ανάβουμε στο εικόνισμα
Καντίποτα (επίρ.) Σχεδόν τίποτα
Κάνω κάποιον μύθο (έκφρ.) Ξεφτιλίζω, κάνω ρεζίλι
Κάπα (η) Βαρύ επανωφόρι με κουκούλα φτιαγμένο με γιδόμαλλο για να γλιστράει το νερό της βροχής
Καπαρώνω (ρ.) Δεσμεύω κάτι, αποκτώ δικαιώματα προκαταβολικά έναντι αμοιβής, που λέγεται καπάρος Καπάρος (ο) Προκαταβολή χρηματικού ποσού ως εγγύηση για την αγορά ενός πράγματος
Καπούλι (το) Το πίσω μέρος (πισινά)  του αλόγου ή γαϊδάρου, πληθ. τα καπούλια
Κάρ’νο (το) Κάρβουνο
Καρακαμπίλα (η) Κάμπος χωρίς υψώματα και δέντρα, ίσιωμα
Καραμάνικος (επ.) Πρόβατο καλής ράτσας
Καραματιάζω (ρ.) Βάζω στόχο με το μάτι, σκοπεύω
Καραμελωτή (η) Κουβέρτα μάλλινη με χρωματιστά σχέδια
Καραμπογιά (η) Μαύρη μπογιά, βαφή
Καραούλι (το) Παρατηρητήριο, καρτέρι
Καράς (ο) Αλογο με μαύρο τρίχωμα Καράσου (η) Θηλυκό μαύρο άλογο
Κάργας (ο) Αυτός που κάνει τον παλικαρά και τον σπουδαίο χωρίς να είναι Κάργα (επίρ.) Πολύ, δυνατά
Καργιόλα (η) α.Είδος κρεβατιού, συνήθως διπλού β.ανήθικη γυναίκα
Καργιόλης (ο) Ανήθικος άντρας
Καρδάρι (το) Μεταλλικό ή ξύλινο δοχείο για το άρμεγμα των ζώων Καρδάρα (η) Μεγάλο καρδάρι
Καρδιλιάγκος (ο) Λάρυγγας
Καρέ (το) α.Είδος χτενίσματος των μαλλιών με χώρισμα στα δύο, χωρίστρα β.κεντημένο ύφασμα που στρώνεται διακοσμητικά στο τραπέζι
Καρέλι (το) Κυλινδρικό ξύλινο αντικείμενο μήκους 5 εκ., στο οποίο τυλίγεται η κλωστή ή το ράμμα
Καρικώνω (ρ.) Δένω σφιχτά
Καρκαλέτσι (το) Παιδική ασθένεια, ο κοκύτης
Καρκάντζαλος (ο) και Καρκαντζάλι (το) Καλλικάντζαρος, πληθ. καρκαντζάλια
Καρμίρης (ο) Τσιγκούνης
Καρούλι (το) α.Γεωργικό εργαλείο, στο οποίο μαζεύεται μακρύ και χοντρό λάστιχο για το πότισμα των χωραφιών β.βλ. λ. καρέλι
Καρπολόι (το) και Καρπολόγος (ο) Ξύλινο γεωργικό εργαλείο σαν το δικούλι και το δικριάνι (βλ. λ.), χρήσιμο στο λίχνισμα των σιτηρών
Καρτερώ (ρ.) Περιμένω
Καρυκώνω (ρ.) Πιάνω, κρατώ γερά
Κάσα (η) α.ξύλινο κιβώτιο για τη μεταφορά ή αποθήκευση προϊόντων, β.γεωργικό εργαλείο για τη δεματοποίηση των χόρτων ή των φύλλων του καπνού γ.νεκροκούτι, φέρετρο
Κασέλα (η) Ξύλινο επίμηκες κιβώτιο, σεντούκι, μπαούλο
Κασκαρίκα (η) Πάθημα, φάρσα, καζούρα (π.χ. έπαθε μεγάλη κασκαρίκα)
Κασμάς (ο) Βλ. λ. γκασμάς
Καταγένομαι (ρ.) Ασχολούμαι επίμονα με κάτι
Καταή(ς) (επίρ.) Καταγής, χάμω
Κατακεφαλίζω (ρ.) Χτυπώ στο κεφάλι, χαστουκίζω Κατακέφαλος (ο) και Κατακεφαλιά (η) Χαστούκι, χτύπημα στο κεφάλι, μπάτσος, σκαμπίλι
Κατανέμ’ (επίρ.) Κατά ανέμου, από το κακό στο χειρότερο
Καταντίπ (επίρ.) Εντελώς, πέρα για πέρα
Καταψιά (η) Γουλιά (π.χ. ήπια μια καταψιά νερό)
Καταώρα(ς) (επίρ.) Αυτή την ώρα, για την ώρα
Κατνάρα (η) Κοπάδι κατσικών του χωριού
Κατσιαμάκι (το) Είδος φαγητού από καλαμποκίσιο αλεύρι και τσιγαριστό κρεμμύδι
Κατσιλάρι (το) Κοντή κάπα (βλ. λ.)
Κατώι (το) Υπόγειο
Καύκαλο (το) Κρανίο
Καφέ(ό)μπρικο (το) Το μπρίκι για το ψήσιμο καφέ
Καφεκούτι (το) Το κουτί όπου φυλάσσεται ο καφές (και η ζάχαρη)
Καφκαλίθρα (η) Είδος λάχανου για πίτα ή φαγητό
Καψαλάω και Καψαλίζω (ρ.) Τσουρουφλίζω Καψάλα (η) Φέτα ψωμιού φρυγανισμένη στα κάρβουνα
Καψερός (επ.) Κακόμοιρος, αξιολύπητος
Καψιά (η) Τυρόγαλο
Καψώνω (ρ.) Ζεσταίνομαι πολύ Κάψα (η) Καύσωνας, πολλή ζέστη
Κελεπούρι (το) Φτηνό προϊόν, ευκαιρία (το βρήκε κελεπούρι)
Κενώνω (ρ.) Βάζω το φαγητό στα πιάτα, σερβίρω
Κερατάς (ο) α.απατημένος σύζυγος β.άθλιος, πανούργος (π.χ. α ρε κερατά)
Κεφαλάρι (το) Οι δύο άκρες στις στενόμακρες πλευρές ενός χωραφιού
Κεφτέδα (η) Κεφτές
Κήπια (τα) Κήποι
Κιαπέ (επίρ.) Ειδάλλως (π.χ. πούναι τα λεφτά, κιαπέ ξέρουμε εμείς να τα φάμε)
Κιλίμι (το) Τάπητας χειροποίητος, που υφαίνεται στον αργαλειό (τουρκική λέξη kilim)
Κινάω (ρ.) Κινώ, ξεκινώ
Κιντέρι (το) Βάσανο, στεναχώρια
Κιοτεύω (ρ.) Φοβούμαι Κιοτής (ο) Φοβιτσιάρης
Κιούπι (το) Μικρό πιθάρι
Κιρατζής (ο) Ιχθυοπώλης, φόρτωνε ψάρια από τη λίμνη Ξυνιάδας στο άλογο και τα πήγαινε να τα πουλήσει σε διάφορα χωριά
Κιρκινέζι (το) Είδος πουλιού
Κίσσα (η) Είδος πουλιού
Κιτάρι (το) Ύστερο γυναίκας ή ζώων (βλ. λ.)
Κλαβανή (η) Ξύλινη πόρτα στο ξύλινο δάπεδο, που ενώνει δύο ορόφους
Κλαμούρα (η) Κλωνάρι δέντρου γεμάτο καρπούς
Κλάπα (η) α.Σανίδι που χρησιμοποιείται ενισχυτικά σε άλλα σανίδια β.Ανοιχτό ξύλινο πέδιλο (π.χ. σαν κλάπες είναι τα παπούτσια μου) γ.Μικρό σανίδι που τοποθετείται πάντα ζευγαρωτά για να συγκρατήσει και αποκαταστήσει σπασμένο πόδι ζώου
Κλαπακώνω (ρ.) Τρώγω με θόρυβο και λαιμαργία
Κλαπάτσα ή Χλαπάτσα (η) Ασθένεια των ζώων, κυρίως γιδοπροβάτων
Κλαπατσίγκανα (τα) α.Χρήσιμα αντικείμενα, συνήθως μεταλλικά (π.χ. τι τα θες όλα αυτά τα κλαπατσίγκανα) β.μουσικά όργανα
Κλαρίζω (ρ.) Κόβω κλάρες, κλαδεύω  Κλάρα (η) Κλαδί, κλωνάρι δέντρου  Κλαρί (το) Μεγάλες κλάρες από βελανιδιά για τροφή των κατσικών το χειμώνα (π.χ. έκοψα κλαρί για να ταΐσω τις γίδες)
Κλειδοπίνακο (το) Ξύλινο σκεύος με καπάκι για μεταφορά φαγητού (το «τάπερ» της εποχής)
Κληματσίδα (η) Κλαδί από κλήμα, αμπέλι
Κλιτσινάρι (το) Αδύνατος άνθρωπος ή ζώο
Κλούβιος (επ.) (για αυγά) Αυτός που έχει μπαγιατέψει, χαλάσει Μτφ. Χαζός, ανόητος Συγγενικές λέξεις: Κλουβιάζω, Κλούβιασμα
Κλουκουτάω (ρ.) Αναδεύω, ανακατεύω υγρά
Κλούφ’ (το) Κάλυμμα, προστατευτικό (π.χ. από στυλό, θερμόμετρο)
Κλώθω (ρ.) (για ορνιθοειδή) Επωάζω τα αυγά για να βγάλω πουλάκια Μτφ. Είμαι άρρωστος και κάθομαι στο κρεββάτι
Κόγξα (η) Νάζι, ιδιοτροπία, παραξενιά
Κόθρος (ο) α.κάθε ξύλινο ή μεταλλικό στεφάνι κυκλικού αντικειμένου (π.χ. κόσκινου) β.οι τραγανές άκρες της πίτας στην άκρη του ταψιού
Κοθώνι (το) Μειωτικός χαρακτηρισμός, ανόητος, βλάκας
Κοκαλώνω (ρ.) α.Γίνομαι πολύ κρύος, παγώνω (π.χ. κοκάλωσε το νερό στη βρύση) β.Στηρίζω κάτι πολύ καλά, στέρεα γ.Φοβούμαι πολύ (π.χ. κοκάλωσε από το φόβο της)
Κοκκινόι (το) Χωράφι με κοκκινόχρωμα χώματα
Κοκκίνου (η) Λέγεται για ζώο θηλυκό με κοκκινόχρωμο τρίχωμα ή φτερά
Κοκορεύομαι (ρ.) Καμαρώνω, περηφανεύομαι
Κόκοτας (ο) Κόκορας, πληθ. κοκότια (π.χ. πίτα κότα το Γενάρη, κόκοτα τον Αλωνάρη)  Κοκοτάκος, Κουκουτσέλος και Κουκουτσιλάκος υποκοριστικά
Κοκοφρίνι (το) Βρασμένο γάλα από προβατίνα που μόλις γέννησε
Κολαούζο (το) α.Διαφήμιση (π.χ. χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει) β.αυτός που πάει κοντά σε άλλον (π.χ. κολαούζο σε έχω κι έρχεσαι κοντά μου)
Κολατσιό (το) Πρόχειρο και γρήγορο φαγητό, κυρίως πρόγευμα
Κολιγιά (η) Φιλικός συνεταιρισμός, συνεργασία δύο οικογενειών ή ανθρώπων ή ζώων κατά την εκτέλεση εργασιών
Κολοβυζαίνει (ρ.) Λέγεται για αρνί που βυζαίνει σε άλλη προβατίνα, όχι στη μάνα του
Κολοκρίζω (ρ.) Κουρεύω το πρόβατο στο πίσω μέρος του κορμιού και στην κοιλιά Κολόκρα (η) Το μαλλί που παίρνομε όταν κολοκρίζομε τα πρόβατα
Κολοφούσια (τα) Παραφυάδες
Κολτσάκι (το) Μεταλλικό ή ξύλινο αντικείμενο σε σχήμα «ω» στο επάνω μέρος του σαμαριού των ζώων
Κομάρα (η) Αδυναμία, ατονία, κούραση
Κομματάς (ο) Αυτός που τρώει κομμάτια ψωμί (γενικά φαγητό) χωρίς να προσφέρει κανένα ουσιαστικό έργο
Κομπανία (η) Ομάδα ομοτεχνιτών (κτιστών, οργανοπαιχτών κλπ.)
Κομπόϊ (το) Τμήμα κοπαδιού
Κονάκι (το) Σπίτι ή καλύβα προσωρινής διαμονής κατά τις μετακινήσεις των κτηνοτρόφων
Κοντόγιομα (το) Κοντά στο μεσημέρι
Κοντοκάπι (το) Κοντή κάπα (βλ.λ.)
Κοντοσβόιρας (ο) Πολύ κοντός, κοντοστούπης
Κοπάνα (η) Τετράπλευρη, μακρόστενη λεκάνη, ξύλινη ή τσιμεντένια, όπου πλένουν τα ρούχα, ποτίζουν ή ταΐζουν τα ζώα
Κοπανάω (ρ.) Χτυπώ δυνατά με κόπανο Κόπανος (ο) α.Ξύλινο αντικείμενο για το κοπάνισμα των ρούχων β.Το μπούτι του κοτόπουλου και της κότας γ.υποτιμητικός χαρακτηρισμός (π.χ. α, ρε κόπανε, φύγε από δω)
Κόπια (τα) Οι κόποι (π.χ. πάνε τα κόπια σου χαμένα)
Κοπρίτης (ο) Βρωμιάρης, τεμπέλης
Κοπροσκυλιάζω (ρ.) Τεμπελιάζω σαν το σκυλί στην κοπριά Κοπρόσκυλο (το) Λέγεται για τον τεμπέλη
Κορδοκυλάω (ρ.) Κατρακυλάω, σπρώχνω κυλώντας
Κορκάρι (το) Οι βολβοί του κρεμμυδιού που χρησιμοποιούνται για φύτεμα
Κορύτα (η) Κοπάνα (βλ.λ.), Ολόκληρος κορμός δέντρου σκαμμένος σε σχήμα σκάφης ή τσιμεντένια κατασκευή κοντά σε βρύση για το πότισμα των ζώων ή για το τάισμα των γουρουνιών
Κορφή (η) Άβραστο πολυήμερο γάλα
Κοσιά (η) Γεωργικό εργαλείο για το κόψιμο του τριφυλιού και άλλων χόρτων  Κοσιόξυλο (το) Το στυλιάρι της κυσιάς  Κοσίστρα (η) Η ποσότητα και η έκταση που κόβει η κοσιά με μια κίνηση
Κοτάω (ρ.) Τολμώ, μπορώ, έχω το θάρρος (π.χ. άμα σου κοτάει έλα εδώ)
Κοτέτσι (το) Το μέρος, το σπιτάκι που διαμένουν οι κότες
Κοτσάρω (ρ.) Κρεμώ, συνδέω κάτι κάπου (π.χ. κοτσάρησε την πλατφόρμα στο τρακτέρ)
Κότσι (ο) Ο αστράγαλος του ποδιού
Κότσιαλο (το) Ο κορμός του καρπού του καλαμποκιού, όπου είναι στερεωμένα τα σπυριά
Κοτσονάτος (επ.) Καλοστεκούμενος, καλοθρεμμένος
Κουβαρδάς (ο) Ανοιχτοχέρης, αυτός που κερνάει, που ξοδεύει
Κουκ’λώνω (ρ.) Κουκουλώνω, καλύπτω, τυλίγω, ξεγελώ
Κούκνος (ο) Έντομο που τσιμπάει κυρίως τα βόδια  Κουκνιάζω (ρ) Η αντίδραση των βοδιών όταν τσιμπηθούν από αγέλη κούκνων, κουνούν την ουρά πέρα δώθε και τρέχουν από δω και από κει
Κουκόνα (η) Το ανδρικό γεννητικό μόριο, το «πουλάκι» του μικρού αγοριού
Κουκόνι (το) Είδος μικρόσωμου σκυλιού
Κουκόσια (η) Καρύδι
Κουκουϊάβα (η) Κουκουβάγια
Κουκουτσέλος (ο) Βλ. λ. Κόκοτας
Κουλατσίζω (ρ.) Κολατσίζω, τρώω πρωινό
Κουλιάστρα (η) Βρασμένο γάλα από λεχώνα προβατίνα ή κατσίκα (γίνεται πολύ πηχτό)
Κουλουβαράω (ρ.) Κωλοβαράω, δεν κάνω τίποτα, τεμπελιάζω
Κουμάσι (το) Το μέρος, το σπίτι του γουρουνιού. Μτφ. Υποτιμητικός χαρακτηρισμός για άνθρωπο
Κουμπαρούδ(λ)ι (το) Το βαφτιστήρι σε μικρή ηλικία
Κουντράω (ρ.) Κουτουλάω (π.χ. τον κούντρισε το κριάρι)
Κουραδάς (ο) – Κουραδού (η) Ανίκανος, τεμπέλης
Κουραφέξαλα (τα) Λόγια ανόητα, βλακώδη
Κουρίτα (η) Σκεύος συνήθως ξύλινο όπου τρώνε τα γουρούνια
Κούρκουνα (επίρ.) Στάση του σώματος με βαθύ λύγισμα των γονάτων και σκύψιμο της πλάτης
Κουρκουνιάζω (ρ.) Παίρνω τη στάση «κούρκουνα»
Κουρκουσέλι (το) Χοντρή νιφάδα χιονιού
Κουρκούτη (η) Χυλός αραιός από αλεύρι
Κουρκουτιάζω (ρ.) Γίνομαι σαν κουρκούτη, αποβλακώνομαι (π.χ. το μυαλό του κουρκούτιασε τελείως)
Κουρμπέτι (το) Εξορία, ξενιτιά (π.χ. βγήκε στο κουρμπέτι)
Κούρνια (η) Το κατάλυμα, το κοτέτσι, όπου αναπαύονται και κοιμούνται οι κότες και γενικά τα πτηνά Μτφ. Κατοικία  Κουρνιάζω (ρ.) Κοιμάμαι, αναπαύομαι στην κούρνια (για κότες)
Κουρνιαχτός (ο) Σκόνη  Κουρνιαχτίζω (ρ.) Γεμίζω κάτι, κάποιον με κουρνιαχτό
Κούρος (ο) Το κούρεμα (ζώων)
Κουροψάλιδο (το) Ψαλίδι για το κούρεμα των ζώων
Κούσαλο (το) Πολύ γέρικο, γεροκούσαλο
Κουσκούτα (η) Παρασιτικό κίτρινο φυτό του τριφυλιού, αλλά και άλλων φυτών
Κουσούρι (το) Ελάττωμα
Κουτάρα (η) Περιφραγμένος χώρος, όπου περνούν τη νύχτα τους τα ζώα το καλοκαίρι
Κούτι κούτι (επιφ.) Ετσι τα παιδάκια καλούν, φωνάζουν τα κουταβάκια
Κούτκας (ο) Το πίσω μέρος του κεφαλιού, το ινιακό κόκκαλο
Κούτλας (ο) Οικιακό σκεύος για τη μετάγγιση ή μέτρηση του γάλακτος
Κουτλί (το) Βλ.λ. κούτλας
Κουτορνίθι (το) Κουτός, χαζός
Κουτουρού (επίρ.) Στην τύχη, χωρίς υπολογισμό (π.χ. το πούλησε το γουρούνι κουτουρού, χωρίς να το ζυγίσει)
Κούτσ’κος (επ.) Μικρός Κούτσινος (επ.) Μικρός  Κουτσινέλι (το) υποκοριστικό του κούτσινος
Κουτσαμπ’δάω (ρ.) Πηδάω στο κουτσό, τρέχω κουτσαίνοντας
Κουτσιουμαδάω (ρ.) Αφαιρώ κάτι από κάποιον άλλον
Κουτσμαντάλι (το) Μικροδουλειά, δουλίτσα
Κουτσουριάρης (ο) Σωματώδης, γεροδεμένος
Κόφα (η) α.μεγάλο κοφίνι (βλ.λ.) β.Γυάλινο μπουκάλι στολισμένο με λουλούδια, με το οποίο καλούσαν σε γάμο
Κοφίνι (το) Μικρό καλάθι φτιαγμένο με καλάμια
Κοψίδι (το) Κομμάτι ψημένου κρέατος
Κρατσανάω (ρ.) Δαγκώνω και μασάω τροφή κάνοντας χαρακτηριστικό ήχο  Κρατσανίδα (η) Τραγανή τροφή  Κρατσανιστός (επ.) Τραγανιστός
Κρεατόκομμα (το) Οξύς μυικός πόνος  Κρεατοκόβομαι (ρ.) Αισθάνομαι οξύ μυικό πόνο
Κρεατοσάνιδο (το) Μεγάλο κομμάτι κορμού δέντρου, που χρησιμοποιεί ο κρεοπώλης για τον τεμαχισμό του κρέατος (στο σπίτι χρησιμοποιείται μικρότερο)
Κρεββατίνα (η) Κληματαριά
Κρεμανταλάς (ο) Ψηλός με άσχημο σώμα, μαντράχαλος
Κρεμαντζαλιώμαι (ρ.) Κρέμομαι πιασμένος από κάπου  Κρεμαντζούλα (επίρ.) Το να πιάνεται κανείς από κάπου
Κρένω (ρ.) Μιλάω, λέγω, κουβεντιάζω, χαιρετώ (π.χ. σε όλους κρένει ο Γιωργάκης)
Κρίση (η) Μιλιά, φωνή, απόκριση (π.χ. του μιλάς κι αυτός καμία κρίση)
Κριτέλι (το) Λάρυγγας (π.χ. θα κόψω το κριτέλι από το αρνί=θα το σφάξω)
Κρούτο (το) Κριάρι με κέρατα  Κρούτα (η) Προβατίνα με κέρατα
Κρυαδίζει (ρ.) Κρυώνει ο καιρός, η ατμόσφαιρα
Κρυότη (η) Δροσιά, ψύχρα
Κυπρί (το) Είδος κουδουνιού κρεμασμένο στο λαιμό των ζώων
Κωλοπετσωμένος (επ.) Έξυπνος άνθρωπος και τυχερός
Κωλοφωτιά (η) Πυγολαμπίδα
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων