Γλωσσάρι (Ι)

Ιάτος (επ.) Νάτος
Ιδιάζω (ρ.) Βλ. λ. διάζω
Ιδρουτας (ο) Ιδρώτας (π.χ. τον έκοψε κρύος ίδρουτας)
Ιδώια (επίρ.) Εδώ δα
Ικεία (επίρ.) Εκεί δα
Ιτσια (τα) Πολύ όμορφα λουλούδια που φύτρωναν στα λιβάδια
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων