Γλωσσάρι (B)

Βαβά και Βάβω (η) Γιαγιά
Βαένι (το) Βαρέλι
Βαζοκοπάω (ρ.) Κάνω ασταμάτητα θόρυβο, βαζούρα
Βαζούρα (η) Φασαρία, θόρυβος
Βαΐζω (ρ.) Γέρνω προς τη μία μεριά
Βακούφι (το) Αυτό που ανήκει στην εκκλησία. Εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία που προέρχεται από δωρεά. Επ. βακούφικος
Βάκρα (η) Προβατίνα με άσπρο τρίχωμα και σκούρες βούλες στο πρόσωπο
Βαλάντωμα (το) Μεγάλη στεναχώρια
Βαλαντώνω (ρ.) Στεναχωρώ, πικραίνω πολύ
Βάλι (το) Βουβάλι. Βάλα το θηλυκό
Βάλτος (ο) Καλάμια
Βαμπακέλα (η) Μαντήλι κεφαλιού γυναικών
Βαμπούλα (επίρ.) Κάτασπρα, σαν βαμπάκι (βαμπούλα τα μαλλιά)
Βαντί (το) Ένα σύνολο από 10 αρμάθες του καπνού (φυτού)
Βαρβατίλα (η) Δυσάρεστη μυρωδιά ζώου, τράγου ή κριαριού, κατά την περίοδο της αναπαραγωγής
Βάρβαρος (ο) Λουλούδι με βαριά μυρωδιά σαν το γλυκάνισο. Είναι συνδεδεμένος με την τοποθεσία “αλωνάκι”, όπου τα παιδιά ανέβαιναν την πρωτομαγιά και έκαναν στεφάνι χρησιμοποιώντας και βάρβαρο

Βαρβάτος (επ.) Δυνατός σε κάποιον τομέα (βαρβάτος επιστήμονας), μεγάλος ως προς το μέγεθος ή τη σημασία, αυτός που έχει σεξουαλικό δυναμισμό, ο μη ευνου-χισμένος Βαρβατσέλι (το) Υποκοριστικό για μικρής ηλικίας ζώα

Βαργιά (η) Μεγάλο και βαρύ σιδερένιο σφυρί.
Βαργιοπούλα (η) Μικρότερο και ελαφρότερο σφυρί από τη βαργιά
Βαργιώμαι (ρ.) Πλήττω, μπεζερίζω (βαρέθηκα να περιμένω)
Βαρδάρι (το) Μυλόπετρα
Βαρκό (το) Τόπος που κρατάει νερό
Βατεύω (ρ.) Η εκτέλεση της σεξουαλικής πράξης (λέγεται για αρσενικά πτηνά, κυρίως κόκορα)
Βατσίνα (η) Η ουλή, το σημάδι μετά από εμβόλιο στο χέρι
Βελέτζα (η) Μάλλινο κλινοσκέπασμα
Βεργολογάω (ρ.) Κόβω μικρές βέργες από δέντρο
Βερεσέ (επίρ.) Αγοραπωλησία με πίστωση
Βίγκα (επίρ.) Πάρα πολύ, κάργα (ήταν βίγκα το λεωφορείο)
Βιος (το) Περιουσία, τα υπάρχοντα, η παραγωγή
Βιτούλα (η) Κατσίκα νεαρή ενός έτους
Βιτούλι (το) Κατσίκι αρσενικό ενός έτους
Βίτσα (η) Λεπτή ξύλινη βέργα. Παλιότερα τη χρησιμοποιούσαν οι δάσκαλοι Βιτσιά (η) Χτύπημα με βίτσα
Βλάμης (ο) Φροντιστής σε γάμο φίλος του γαμπρού ή της νύφης (πληθ. οι βλάμηδες και οι βλαμάδες)
Βλογούδι (το) Μικρό ψωμάκι, που ψήνεται στο ταψί ανάμεσα στα πρόσφορα
Βοδώνω (ρ.) Προλαβαίνω, προφτάνω
Βολά (η) Φορά
Βολεί (ρ.) Εξυπηρετεί, βολεύει
Βούζι (το) Θαμνώδες φυτό με έντονη άσχημη μυρωδιά
Βουκέντρα (η) Ξύλινη βέργα μήκους περίπου δύο μέτρων, την οποία χρησιμοποιούσαν οι αγρότες κατά τη διάρκεια οργώματος με βόδια. Στη μία άκρη είχε μεταλλική βάση για να καθαρίζουν το αλέτρι και στην άλλη της άκρη ήταν αιχμηρή ούτως ώστε να κεντρίζει τα βόδια
Βούλι (το) Καπάκι μπουκαλιού, βούλωμα, πώμα
Βουνιά (η) Κοπριά βοοειδών
Βουργιάω (ρ.) Επιθυμία για ζευγάρωμα (επί θηλυκών ζώων)
Βούρλο (το) Φυτό που αναπτύσσεται σε βαλτότοπο. Μτφ. Υποτιμητικός χαρακτηρισμός ανθρώπου
Βουτσί (το) Ξύλινο βαρέλι
Βρακοζώνα (η) Χοντρό σκοινί ή κορδόνι, που συγκρατεί το βρακί ή το παντελόνι
Βρασιά (η) Ποσότητα τροφίμων για μαγείρεμα μία φορά (μια βρασιά φασόλια)
Βρόντος (ο) Δυνατός ήχος
Βρωμούσα (η) Εντομο με άσχημη οσμή, που βρωμάει
Βυζανιάρικο (το) Βρέφος που θηλάζει ακόμα
Βυζαχτάρι (το) Αυτό που βυζαίνει, θηλάζει (για ζώα, π.χ. αρνί)
Βυζινές (ο) Μικρή ζυγαριά χεριού για ζύγισμα αντικειμένων μικρού βάρους
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων