Έθιμα Μεγάλων Εορτών

Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Φώτων, Πάσχα

Έθιμα των Χριστουγέννων

Τα Χριστούγεννα είναι μαζί με το Πάσχα οι δύο σημαντικότερες γιορτές για όλους τους χριστιανούς. Και στο Περιβόλι οι κάτοικοι ζούσαν με την προσμονή της μεγάλης γιορτής. Την έβλεπαν σαν μια αλλαγή στη ζωή τους, αλλά και σαν μια ευκαιρία, από τις λίγες το χρόνο, για κρεοφαγία (χοιροφαγία). Παλιά δεν υπήρχε η συνήθεια για φωτοστολισμούς, όπως σήμερα. Λίγα σπίτια επίσης στόλιζαν χριστουγεννιάτικο δέντρο. Επειδή δεν υπήρχαν έλατα στην περιοχή μας χρησιμοποιούσαν κέδρα, τα οποία μοιάζουν λίγο με τα έλατα. Ιδιαίτερα τα παιδιά περίμεναν τη γιορτή με μεγαλύτερη ανυπομονησία, διότι θα είχαν διακοπή των μαθημάτων στο σχολείο.Τα κάλαντα είναι το πιο συνηθισμένο πανελλήνιο έθιμο (με διαφορετικούς κατά περιοχή στίχους). Την παραμονή των Χριστουγέννων τα αγόρια ξεχύνονταν στους δρόμους του χωριού και έλεγαν τα ακόλουθα κάλαντα:

Καλήν ημέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας,

Χριστού τη θεία Γέννηση να πω στ΄ αρχοντικό σας.

Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη,

οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη.

Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,

ο Βασιλεύς των Ουρανών και ποιητής των όλων.

Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι το Δόξα εν Υψίστοις

και τούτο άξιον εστί, η των ποιμένων πίστις.

Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα.

Άστρο λαμπρό τους οδηγεί, χωρίς να λείψει ώρα.

Και του χρόνου!

Οι νοικοκυρές φίλευαν τα παιδιά με καραμέλες, σύκα ξερά, καλαμπόκι κλπ. Χρήματα λίγες νοικοκυρές έδιναν.

 Η «γουρνοχαρά»

  

Τα Χριστούγεννα ήταν άρρηκτα συνδυασμένα με τη λεγόμενη «γουρνοχαρά», το σφάξιμο δηλαδή των γουρουνιών. Είναι ένα έθιμο που συναντιέται σε πολλές περιοχές της πατρίδας μας. Αν τα παιδιά της εποχής μας περιμένουν τα Χριστούγεννα για να πάρουν τα δώρα τους, οι παλιότεροι τα περίμεναν για να σφάξουν το γουρούνι. Οι νοικοκυραίοι όλων των σπιτιών αγόραζαν κατά κανόνα ένα δύο γουρουνόπουλα μικρά από την άνοιξη ή το καλοκαίρι και τα μεγάλωναν για να τα σφάξουν τα Χριστούγεννα. Η διατροφή του χοίρου είναι εύκολη, διότι είναι παμφάγο ζώο και μπορούν να φάνε όλα σχεδόν τα αποφάγια.Τα γουρουνόπουλα τα ευνούχιζαν, τα «μουνούχιζαν» με σκοπό την πάχυνση, να γίνουν κατά το δυνατόν μεγάλα και παχιά με πολύ παστό για να βγάλουν «λίπα», το λάδι του φτωχού. Το μουνούχισμα γινόταν πάνω σε ξύλινη σκάλα, η οποία στηνόταν πλαγιαστά σε ένα τοίχο. Την «επέμβαση» έκανε έμπειρος «χειρουργός», εννοείται χωρίς αναισθησία. Διαρκούσε δε λίγη ώρα. Στο Περιβόλι, όπως και στα άλλα γύρω χωριά, το «μουνούχισμα» για χρόνια έκανε ο Γεώργιος Κολοβός από το χωριό Αρχάνι Λαμίας. Άλλος «χειρουργός» ήταν ο Ηλίας Νιώρας από τη Μακρακώμη.Το σφάξιμο γινόταν κατά κανόνα ανήμερα της εορτής. Σταδιακά, για πρακτικούς λόγους, μετατέθηκε για την παραμονή και αργότερα μερικές μέρες νωρίτερα. Παραδοσιακά στο Περιβόλι ανήμερα αυτής της μεγάλης εορτής εκκλησιάζονται πολύ λίγα άτομα. Ο κόσμος εκκλησιάζεται τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων.Η προετοιμασία για τη σφαγή ξεκινούσε πολύ νωρίς. Οι νοικοκυρές ήταν υποχρεωμένες να βρουν γανωτή για να γανώσουν τα χάλκινα οικιακά σκεύη που ήταν αναγκαία, κυρίως το καζάνι.Για τη χοιροσφαγή συγκροτούνταν ομάδες από γείτονες, γνωστούς και συγγενείς με τον κατάλληλο εξοπλισμό: ένα μαχαίρι με μακριά λάμα για την κοπή του κεφαλιού, μικρότερα μαχαίρια για το γδάρσιμο και ένα τσεκούρι για τα χοντρά κόκαλα. Πρώτα σφάζανε το γουρούνι του ενός, μετά του άλλου, μέχρι του τελευταίου της παρέας. Την ώρα που το σφάζανε η νοικοκυρά έριχνε πάνω στη σφαγή κάρβουνα με θυμίαμα ενώ στο στόμα του γουρουνιού έβαζαν ένα λεμόνι ή κρεμμύδι για να μένει ανοιχτό και να αερίζεται. Όταν τελείωναν με όλα ακολουθούσε γευστικότατη τηγανιά με κρασί. Οι επόμενες 3-4 μέρες ήταν αφιερωμένες στις «γουρνοδουλειές». Προηγούνταν βέβαια το γδάρσιμο. Ακολουθούσε ο τεμαχισμός, το λιώσιμο του παστού και την παραγωγή της λίπας, το γέμισμα των λουκάνικων, η επεξεργασία των οστών και οι υπόλοιπες δουλειές.

Ξεχωριστό νοστιμότατο χοιρινό έδεσμα είναι τα μπουμπάρια. Για το γέμισμά τους χρησιμοποιούνται το παχύ έντερο του γουρουνιού (ενώ για τα λουκάνικα το λεπτό έντερο). Η γέμιση αποτελείται από το πνευμόνι κομμένο σε μικρά κομμάτια, πράσο και μπλουγούρι. Ψήνονται σε ταψί στο φούρνο.Τα χρόνια εκείνα της ανέχειας και της φτώχειας το γουρούνι αποτελούσε πολυτιμότατο ζώο για κάθε αγροτικό σπίτι. Οι άνθρωποι αξιοποιούσαν τα πάντα και δεν πετούσαν σχεδόν τίποτα. Η λίπα χρησιμοποιούνταν αντί για λάδι. Από το λιώσιμο του παστού παρέμειναν ως προϊόν οι «τσιγαρίθρες», μικρά τραγανά κομμάτια κρέατος και λίπους. Τα μπουμπάρια και τα λουκάνικα αποτελούσαν τα νοστιμότερα φαγητά. Ειδική επεξεργασία γινόταν στα οστά ύστερα από την αφαίρεση του κρέατος. Αρχικά τα έβραζαν και με το λίγο κρέας, που υπήρχε ακόμα κολλημένο και πράσα έφτιαχναν τον «πασπαλά». Στη συνέχεια έβραζαν τα κόκαλα με ποτάσα και έφτιαχναν το σαπούνι της χρονιάς. Από το δέρμα, τα πολύ παλιά χρόνια έφτιαχναν παπούτσια, τα λεγόμενα «γουρουνοτσάρουχα». Ακόμα και η φούσκα, η ουροδόχος κύστη ήταν χρήσιμη. Γινόταν μπάλα για να παίζουν τα παιδιά καθώς δεν υπήρχαν άλλες μπάλες, εκτός από εκείνες που έφτιαχναν με κουρέλια.Τα τελευταία χρόνια, που έχει βελτιωθεί αισθητά το βιοτικό επίπεδο έχει ατονήσει το έθιμο της «γουρνοχαράς». Ωστόσο αρκετοί άνθρωποι συνεχίζουν την παράδοση. Με τη διαφορά ότι το γουρούνι που σφάζουν το αγοράζουν έτοιμο και δεν το μεγαλώνουν οι ίδιοι.

Έθιμα της Πρωτοχρονιάς

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα αγόρια πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν τα παρακάτω κάλαντα:

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά

κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά με τ΄ άγιο θρόνος.

Αρχή που βγήκε ο Χριστός, άγιος και πνευματικός,

στη γη να περπατήσει και να μας καλοκαρδίσει.

Άγιος Βασίλης έρχεται, κι όλους μας καταδέχεται,

από την Καισαρεία, συ ’σ’ αρχόντισσα κυρία.

Βαστάει εικόνα και χαρτί, ζαχαροκάντιο ζυμωτή,

χαρτί και καλαμάρι, δες και με το παλικάρι.

Το καλαμάρι έγραφε, τη μοίρα του την έλεγε

και το χαρτί ομίλει, άσπρε μου χρυσέ μου ήλιε.

Σ΄ αυτό το σπίτι που ΄ρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει.

Και του χρόνου! Καλή χρονιά!

Ένα χαρακτηριστικό έθιμο της Πρωτοχρονιάς ήταν το έθιμο «σπούρνη». Το πρωί της Πρωτοχρονιάς όλα τα μέλη της οικογένειας αφού πλενόντουσαν καθόντουσαν μπροστά από τη φωτιά, σόμπα ή τζάκι, και με ένα ξυλάκι ανακάτευαν τα κάρβουνα λέγοντας: «σπούρνη παιδιά, σπούρνη αυγά, σπούρνη πουλιά, σπούρνη γαμπρούς, σπούρνη νύφες…». Με τον τρόπο αυτό εύχονταν η χρονιά, που μόλις άρχισε, να φέρει πολλά αγαθά στο σπίτι τους.Οι μανάδες προειδοποιούσαν τα παιδιά να είναι προσεκτικά την ημέρα αυτή. Να μη «βασιλέψουν» τις ξυλιές, γιατί τότε όλη τη χρονιά θα τρώνε ξύλο.Ένα άλλο έθιμο αφορούσε τους τσοπάνηδες, που φύλαγαν τα ζώα του χωριού. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς κάθε νοικοκύρης οδηγώντας τις κατσίκες του στο κοπάδι για βοσκή έδινε στον τσοπάνη μια αγιοβασιλιάτικη κουλούρα και γλυκίσματα (κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, τηγανίτες κλπ.) ευχόμενος ανάλογα για τη νέα χρονιά.Στο μεσημεριανό τραπέζι κυριαρχεί η βασιλόπιτα. Η βασιλόπιτα αποτελεί πανελλήνιο έθιμο, που ανάγεται στα χρόνια του Μεγάλου Βασιλείου (4ος μ.Χ. αιώνας) και διατηρείται μέχρι σήμερα.Οι νοικοκυρές έβαζαν όλη τους την τέχνη ώστε η βασιλόπιτα να γίνει νόστιμη. Μέσα στην πίτα έβαζαν ένα φλουρί, ένα κομμάτι άχυρο, ένα κομμάτι κλήμα. Το κόψιμο της βασιλόπιτας γίνεται με ειδικό εθιμικό τελετουργικό. Ο νοικοκύρης του σπιτιού γύριζε τρεις φορές το ταψί. Στη συνέχεια έκοβε πρώτα το κομμάτι για τον Χριστό, για την Παναγία, για τον Άγιο Βασίλειο και μετά για κάθε μέλος της οικογένειας. Όποιος εύρισκε το φλουρί ήταν ο τυχερός της χρονιάς. Όποιος πετύχαινε το άχυρο θα γινόταν γεωργός, ενώ εκείνος που πετύχαινε το κλήμα θα γινόταν αμπελουργός.Η χαρτοπαιξία τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς (και γενικότερα αυτές τις ημέρες) αποτελεί ένα άλλο έθιμο. Μια παράδοση που έρχεται από τον Πόντο, θέλει τον Άγιο Βασίλειο να κερδίζει τον φοροεισπράκτορα στα χαρτιά και να γλυτώνει το ποίμνιό του από την φορολογία. Περιμένοντας τα μεσάνυχτα και την αλλαγή του χρόνου οι άνθρωποι παίζουν χαρτιά στο σπίτι (κυρίως 31 ή 21) για το καλό της χρονιάς. Υπάρχουν όμως και άλλοι που παίζουν χαρτιά με χρήματα.

Έθιμα των Θεοφανείων

Τα κάλαντα είναι το κυριότερο έθιμο. Την παραμονή των Θεοφανείων τα παιδιά πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν τα ακόλουθα κάλαντα:

Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός

Και χαρές μεγάλες κι ο αγιασμός

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,

Κάθεται η κυρά μας η Παναγιά

Με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα

Και τον Άη Γιάννη παρακαλεί.

– Άη Γιάννη αφέντη και Βαπτιστή,

Δύνασαι βαφτίσεις Θεού παιδί.

-Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ,

Και τον Κύριό μου παρακαλώ.

-Αη Γιάννη αφέντη και Βαπτιστή

Έλα να βαφτίσεις Θεού παιδί.

Ν’ αγιαστούν οι κάμποι και τα νερά

Ν’ αγιαστεί κι ο αφέντης με την κυρά.

Την παραμονή των Θεοφανείων, την ημέρα του Σταυρού, ο παπάς περνούσε από όλα τα σπίτια κρατώντας ένα κακάβι με αγιασμό και τα ράντιζε. Από την ημέρα αυτή και ύστερα επιτρέπεται να φαγωθούν τα λουκάνικα, που παρασκευάστηκαν τα Χριστούγεννα.Το βράδυ της παραμονής των Φώτων, παρέες ανδρών κουνώντας μεγάλα κουδούνια τραγουδούσαν κάλαντα γνωστά με το όνομα «καληώρα».

Αφέντη μ’ αφεντίτση μου πέντε φορές αφέντης

Πέντε φορές αφέντεψες και πάλι αφέντης είσαι.

Αφέντη μου στην τάβλα σου χρυσή καντήλα καίει

Αν βάλεις λάδι και κερί φέγγει τον κόσμο όλο.

Κυρά μ’ όταν στολίζεσαι να πας ταχιά στα Φώτα

βάζεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθι

και την οχιά την πλουμιστή, γιορντάνι στο λαιμό σου.

Κυρά μ’ τη διχατέρα σου, κυρά μ’ τη μοναχιά σου

την έλουζες, τη χτένιζες, στο σύννεφο την κρύβεις.

Κομμάτι από λουκάνικο, κομμάτι από μπουμπάρι

Κομμάτι κι από νεφραμιά/πασταριά να γίνει σουφλιμάδα.

Οι νοικοκυραίοι τους φίλευαν κυρίως με λουκάνικα, που είχαν ετοιμάσει από το γουρούνι που είχαν σφάξει τα Χριστούγεννα. Αν δεν τους έδιναν τίποτα έλεγαν το παρακάτω δίστιχο:

Κυρά μ’ τη διχατέρα σου τη νταρναροψυριάρω

με τόνα χέρι ζύμωνε με τ’ άλλο ξύνει τον κώλο!

Έθιμα της Αποκριάς

Το Τριώδιο είναι μια ιδιαίτερη περίοδος. Η πρώτη περίοδος διαρκεί τρεις εβδομάδες. Αρχίζει την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και τελειώνει την Κυριακή της Τυρινής. Τις τέσσερις αυτές Κυριακές οργανώνονται καρναβαλικές εκδηλώσεις.Στο Περιβόλι οι όποιες εκδηλώσεις ουσιαστικά πραγματοποιούνταν το απόγευμα της Κυριακής της Τυρινής. Κύριο χαρακτηριστικό οι μασκαράδες, που γύριζαν στις γειτονιές. Μασκαρεύονταν όχι μόνο τα παιδιά αλλά και μεσόκοποι. Παλιότερα γινόντουσαν οργανωμένες εκδηλώσεις. Αγαπημένα θέματα ήταν η καμήλα και ο γάμος.Το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής γιορτάζανε κατά σόια στα σπίτια. Τραγουδούσανε με το στόμα, όταν ακόμα δεν υπήρχαν κασετόφωνα. Ένα έθιμο αυτής της ημέρας ήταν το ψήσιμο αυγών στη χόβολη. Κάθε αυγό το ονομάτιζαν για κάθε μέλος της οικογένειας.  Όποιου το αυγό ίδρωνε πίστευαν ότι θα ήταν γερός όλη τη χρονιά, σε αντίθεση με εκείνους που το αυγό τους θα έσπαζε.Η Τσικνοπέμπτη, η ημέρα Πέμπτη της κρεατινής, της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου, είναι ημέρα (ή καλύτερα νύχτα) χαράς. Το βράδυ της Τσικνοπέμπτης οι άνθρωποι συνηθίζουν να το «τσικνίζουν» είτε στις ταβέρνες και ψησταριές είτε στο σπίτι. Για το Περιβόλι δεν είναι παλιό έθιμο. Επεκράτησε τις τελευταίες δεκαετίες.Την Καθαρή Δευτέρα δεν γιορτάζανε, όπως γίνεται σήμερα. Οι άνδρες πήγαιναν στη δουλειά. Οι γυναίκες πήγαιναν στο ρέμα και με ψιλή άμμο έπλεναν καλά τα οικιακά σκεύη (κατσαρόλες, ταψιά) ώστε να «ξαρτυθούν», να καθαριστούν καλά από τα αρτυμένα φαγητά που μαγείρευαν μέχρι τότε, αφού άρχιζε η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής.Τα τελευταία χρόνια και με πρωτοβουλία και δαπάνες της Δημοτικής Αρχής και του Τοπικού Συμβουλίου οργανώνεται στην πλατεία του χωριού εκδήλωση με διανομή φασολάδας και λαγάνας στους κατοίκους. Επίσης, την ημέρα αυτή οι νέοι του χωριού καίνε λάστιχα αυτοκινήτων στο «αλωνάκι», τα οποία φυσικά βγάζουν πυκνό, μαύρο καπνό.

 Έθιμα του Πάσχα

Την Παρασκευή πριν το Σάββατο του Λαζάρου τα κορίτσια δεν πήγαιναν στο σχολείο, αλλά πήγαιναν να «πούνε το Λάζαρο», να πούνε τα κάλαντα του Λαζάρου. Ντυμένα με τα καλά τους ρούχα κρατούσαν στο χέρι καλαθάκια στολισμένα με πολύχρωμα λουλούδια της εποχής. Τα κάλαντα που έλεγαν είναι τα ακόλουθα:

Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα Βάγια

ήρθε η Κυριακή που τρών’ τα ψάρια !

-Πού ’σουν Λάζαρε; Πού ήσουν κρυμμένος;

-Ημουνα στη γη, στη γη χωμένος

κάτω στους νεκρούς, στους πεθαμένους!

Δώστε μου νερό, νερό λιγάκι

να ξεπλύνω της καρδιάς μου το φαρμάκι!

Δώστε μου αυγά, αυγά να σας τα πούμε

κι οι κοτούλες σας πολλά γεννούνε

κι οι φωλίτσες τους δεν θα χωρούνε!

Βάγια Βάγια και Βαγιώ, τρώνε ψάρια και κολιό

και την άλλη Κυριακή τρώνε το ψητό αρνί!

Η Κυριακή των Βαΐων θεωρείται μεγάλη γιορτή γιατί αναφέρεται στη θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Γι’ αυτό γεμίζουν οι εκκλησίες με πιστούς. Κατά παράδοση μοιράζονται στους πιστούς βάγια σε ανάμνηση των βαΐων που έριχνε το πλήθος στον Χριστό.Η Μεγάλη Πέμπτη είναι αφιερωμένη στους νεκρούς, όπως συμβαίνει με τα ψυχοσάββατα, σύμφωνα με πολύ παλιό έθιμο. Πιστεύεται ότι την ημέρα αυτή οι ψυχές βγαίνουν στον κόσμο και επιστρέφουν πάλι την ημέρα της Ανάληψης. Την προηγούμενη ημέρα οι γυναίκες ζύμωναν ψυχούδια και έβραζαν σιτάρι για να κάνουν κόλλυβα. Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης οι κάτοικοι πήγαιναν και λειτουργούνταν στην Αγία Τριάδα, στον ναό του κοιμητηρίου. Όταν τελείωνε η Θεία Λειτουργία οι άνδρες κάθονταν στο πεζούλι, που υπήρχε γύρω από την παλιά εκκλησία. Άπλωναν μπροστά τους πετσέτα και οι γυναίκες περνούσαν και άφηναν σιτάρι και ψυχούδια. Το έθιμο τηρείται μέχρι σήμερα ανελλιπώς στον νέο ναό. Αρκετοί άνθρωποι διαβάζουν τρισάγιο στη μνήμη των δικών τους νεκρών. Αυτά δείχνουν τη σχέση και την ενότητα που υπάρχει ανάμεσα στους ζωντανούς και στους κεκοιμημένους.Τη Μεγάλη Πέμπτη οι γυναίκες βάφουν τα κόκκινα αυγά. Το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα του Χριστού (κατ’ άλλους αποτελεί έκφραση χαράς για την Ανάσταση του Χριστού). Την ημέρα αυτή οι νονοί επισκέπτονται τα βαφτιστήρια τους για να τους δώσουν πασχαλινή λαμπάδα και δώρα.Η Μεγάλη Παρασκευή θεωρείται μεγάλη γιορτή με πένθιμο χαρακτήρα, αφού την ημέρα αυτή πέθανε ο Χριστός. Το πρωί γίνεται η Αποκαθήλωση και το βράδυ η περιφορά του Επιταφίου. Τα αγόρια γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και έψαλαν τα ακόλουθα κάλαντα:

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται,

σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι

για να σταυρώσουν το Χριστό, τον πάντων Βασιλέα.

Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

να λάβει δείπνο μυστικό για να τον λάβουν όλοι.

Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.

Φωνή τους ήρθ’ εξ Ουρανού απ’ Αρχαγγέλου στόμα:

– Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν και οι μετάνοιες,

το γιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τυραγνάνε.

– Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.

Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτιάχνει πέντε.

– Συ Φαραέ, που τά ’φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.

– Βάλτε τα δυο στα χέρια του και τ’ άλλα δυο στα πόδια,

το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθη,

σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο

για να της έρθει ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.

Κι όταν της ήρθ’ ο λογισμός, κι όταν της ήρθ’ ο νους της,

ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.

– Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες

Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.

Λάβε, κυρά μ’ υπομονή, λάβε, κυρά μ’ ανέση.

– Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,

που έχω γιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.

Το πρωί οι γυναίκες στόλιζαν τον Επιτάφιο με λουλούδια της εποχής. Στη συνέχεια παρακολουθούσαν με κατάνυξη την Ακολουθία της Αποκαθήλωσης. Το βράδυ γίνεται περιφορά του Επιταφίου από τους κεντρικούς δρόμους του χωριού, την πλατεία και επιστροφή στην εκκλησία.Τη Μεγάλη Παρασκευή οι κτηνοτρόφοι πήγαιναν στις γύρω μεγάλες κωμοπόλεις (Δομοκό, Μακρακώμη, Σπερχειάδα) για να πουλήσουν αρνιά και κατσίκια για το Πάσχα. Με τα χρήματα που εισέπρατταν αγόραζαν λαμπριάτικα ρούχα και παπούτσια για τα παιδιά τους.Το Πάσχα ή Πασχαλιά ή Λαμπρή είναι η μεγαλύτερη γιορτή της χριστιανοσύνης και καθώς βοηθάει και ο καιρός (καθότι είναι πάντα άνοιξη) συμμετέχουν όλοι στα δρώμενα. Το βράδυ του Σαββάτου οι πιστοί ντυμένοι με τα καλύτερα ρούχα τους και κρατώντας τις πασχαλινές λαμπάδες πηγαίνουν στην εκκλησία για να ψάλουν το «Χριστός Ανέστη» και να παρακολουθήσουν τη χαρμόσυνη αναστάσιμη Θεία Λειτουργία, μια πραγματική πανδαισία μελωδιών και νοημάτων. Όταν ο παπάς βγαίνει από την Ωραία Πύλη στη σκοτεινή εκκλησία ψάλλοντας το «Δεύτε λάβετε φως» οι πιστοί συνωθούνται για να ανάψουν τη λαμπάδα τους από τη λαμπάδα του παπά. Επίσης, κατά το πρώτο άκουσμα του «Χριστός Ανέστη» οι πιστοί ανταλλάσουν το «φιλί της αγάπης». Όταν επιστρέψουν στο σπίτι κάθονται όλοι στο γιορτινό τραπέζι για να απολαύσουν τη μαγειρίτσα, ένα πασχαλινό φαγητό φτιαγμένο με χόρτα και τα εντόσθια του αρνιού.Το πρωί οι νοικοκυραίοι ανάβουν τη φωτιά για να ψήσουν τον οβελία, που έχουν ετοιμάσει από την προηγούμενη ημέρα. Το έθιμο για το σουβλισμένο αρνί χάνεται στα βάθη των αιώνων και ανάγεται στο Πάσχα των Εβραίων, που αναφέρεται στη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας και την απελευθέρωση από τη δουλεία των Αιγυπτίων.Το απόγευμα τελείται ο εσπερινός της Αγάπης. Παλιά μετά τον εσπερινό ακολουθούσε χορός στο προαύλιο της εκκλησίας, τον οποίο έσερνε πρώτος ο παπάς. Σε αναβίωση αυτού του εθίμου, οι δύο Σύλλογοι, «Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ» και «Ο ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ», οργάνωσαν για κάμποσα χρόνια τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα τη «Γιορτή Αγάπης».

 

Πολύ παλιά, προπολεμικά, υπήρχε ένα ακόμα έθιμο. Τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα οι κάτοικοι τελούσαν Θεία Λειτουργία στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Μεταπολεμικά το έθιμο αυτό ατόνησε και καταργήθηκε. Συνδέεται ωστόσο με ένα θαυμαστό γεγονός. Κάποια χρονιά, που δεν είναι γνωστή με ακρίβεια, η Αναστασία Κ.Καρανίκα, που ζούσε στη Λάρισα, πήγε με κάποιους άλλους στο νεκροταφείο για να ανάψουν τα καντήλια στα μνήματα των δικών τους νεκρών. Μπαίνοντας στο προαύλιο άκουσαν καθαρά ψαλμωδίες μέσα στο ναό. Όταν επέστρεψαν στο χωριό διηγήθηκαν σε άλλους αυτά που άκουσαν. Οι κάτοικοι απέδωσαν το γεγονός στην παράλειψή τους να τελέσουν την καθιερωμένη Θεία Λειτουργία. Έτσι, την άλλη μέρα όλοι σχεδόν οι κάτοικοι πήγαν στην Αγία Τριάδα και με συγκίνηση τέλεσαν Θεία Λειτουργία.

 Έθιμα της Πρωτομαγιάς

Αρχικά, δεν υπήρχε η συνήθεια να γιορτάζεται η Πρωτομαγιά, όπως τώρα με ψήσιμο κρεάτων στην εξοχή, χορό και ξεφάντωμα. Ωστόσο και παλιά οι άνθρωποι έβγαιναν στην εξοχή για να «πιάσουν» το Μάη. Οι Περιβολιώτες συνήθιζαν να εξορμούν στον «μπήλιο», μια πολύ όμορφη τοποθεσία στα δυτικά του χωριού στα όρια με τον Ασβέστη. Στην τοποθεσία υπάρχουν και σήμερα πολλά ψηλά και βαθύσκιωτα πλατάνια αφού από εκεί περνάει ένα ρέμα. Παλιά είχε νερό σχεδόν μέχρι το καλοκαίρι. Οι μικρότεροι έπαιζαν μπάλα στα λιβάδια. Οι μεγάλοι μάζευαν λουλούδια και έφτιαχναν στεφάνια με τρυφερά κλαριά από τα δέντρα. Τα στεφάνια αυτά τα κρεμούσαν στην εξώπορτα του σπιτιού τους.Ένα άλλο προσφιλές μέρος ήταν το «αλωνάκι» στον βορινό λόφο. Εκεί υπήρχε και ωραίο φυσικό γήπεδο, όπου τα παιδιά έπαιζαν μπάλα.

Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων